Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Το μαγεμένο Βασίλειο (8 μέρη)






Μια φορά και έναν καιρό ήταν μία ευτυχισμένη πολιτεία. Η Βασίλισσα ήταν σοφή, μιλούσε με τη Μεγάλη Μητέρα και μπορούσε να θεραπεύει όλες τις ασθένειες και ο κόσμος ζούσε ειρηνικά, ευχαριστημένος από αυτό που είχε και τότε δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, αλλά όλοι ήταν το ίδιο. Θεωρούσαν αυτονόητη υποχρέωσή τους εάν είχαν δύο κουβέρτες και ο γείτονας τους καμία, ότι έπρεπε να του δώσουν τη μία. Τα σπίτια φτάναν για όλους, γιατί θεωρούσαν αμαρτία ένα σπίτι να μένει κενό, τη στιγμή που μία οικογένεια δεν είχε σπίτι. Η Μητέρα Φύση έδινε απλόχερα τα δώρα της χωρίς να κοπιάζουν οι άνθρωποι, έτσι το φαγητό πάντα ήταν άφθονο, έφτανε για όλους, καταπράσινα χωράφια και λιβάδια για τους ανθρώπους και μεγάλα δάση με αειθαλή και φυλλοβόλα δέντρα για τα πολυάριθμα ζώα τριγύριζαν τη πολιτεία.

Δεν υπήρχαν χρήματα ούτε ιδιοκτησίες, μια και φτάναν όλα για όλους και οι άνθρωποι ήταν ίσοι μεταξύ τους. Οι άνθρωποι είχαν πολύ μα πολύ ελεύθερο χρόνο για να μπορούν να χαίρονται τη ζωή, να κάνουν βόλτες στη Φύση, για να αισθάνονται τα ζώα και τα πνεύματα του δάσους. Η υποχρέωση τους για τη διατήρηση της κοινότητας ήταν έως μία ώρα τη μέρα, πράγμα που δεν ήταν δουλεία αλλά μία ευχάριστη απασχόληση γιατί τους ελευθέρωνε τη δημιουργικότητα, την υπευθυνότητα και την αυτοεκπλήρωση τους και παράλληλα τους γέμιζε χαρά γιατί άλλαζαν θέσεις και πόστα ανάλογα και με τη δική τους εξέλιξη και έτσι ήταν χαρούμενη και ποτέ βαρετή η απασχόληση τους για τη κοινότητα.

Ήρθε ένας καιρός που φτάσαν οι κατακτητές στη πόλη, από το Βασίλειο του Δράκου. Είχαν στρατό, είχαν όπλα, πειθαρχία και πυγμή, και σκοτώναν σαν κοτόπουλα τους Ιθαγενείς. Κατέλαβαν τη πόλη, σκοτώσαν τη Βασίλισσα, τις Ιέρειες και κάθε σοφό αξιωματούχο, πήραν τα σπίτια των Ιθαγενών και τους άφηναν να ζούνε έξω σε παράγκες. Πολλούς τους έδεσαν με αλυσίδες και τους βάλανε να σκάβουνε στα ορυχεία για να βγάζουνε μέταλλα. Σε άλλους δίνανε ποτό για να τους εξαθλιώσουν και να τους κάνουν εξαρτημένους από αυτό. Οι Ιθαγενείς ήταν πια πεινασμένοι, άρρωστοι και δυστυχισμένοι να ζουν σκλάβοι εκεί που ήταν ελεύθεροι. Η Φύση υπέφερε επίσης, οι κατακτητές φέραν μαζί τους την απονιά, το κέρδος, το χρήμα, την εκμετάλλευση ανθρώπου στα ζώα, στα φυτά, στη γη και στους άλλους ανθρώπους.

Ο νέος Βασιλιάς, ο Ούλρικ ήταν ένας τύρρανος, που επινοούσε διαρκώς και νέα μέτρα για να κάνει τους ανθρώπους φτωχότερους και πιο δυστυχισμένους. Τίποτα δεν μπορούσες να έχεις πια χωρίς το χρήμα, το αποκτούσες πολύ δύσκολα σκλαβωμένος και το μέλημα του Ούλρικ και της Ομάδας του που ήταν η ελίτ και έκανε κουμάντο στα πάντα, ήταν να το μαζεύουν από τους υπόλοιπους ανθρώπους, φορολογώντας, και αδικώντας τους. Οι Ιθαγενείς, αλλά και οι ίδιοι οι κατακτητές αναγκάζονταν να κάνουν τα πάντα για να το αποκτήσουν γιατί όσοι δεν το είχαν πεθαίνανε σαν τα σκυλιά από τη πείνα ή στη φυλακή εάν δεν είχαν να πληρώσουν τα χρέη και τους φόρους τους. Τώρα πια όλα τα πράγματα: Τα σπίτια, τα ρούχα, το φαγητό είχαν αποκτήσει μία…. αξία και όλοι πάσχιζαν να έχουν το χρήμα για να μπορούν και αυτά να τα αποκτήσουν.

Ένας νεαρός Ιθαγενής, ο Χόπι, θυμόταν σαν παιδί αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια, και στεναχωριόταν διπλά για αυτή τη τωρινή κατάσταση. Θα ήθελε να κάνει κάτι για να αλλάξει αυτή η κατάσταση, αλλά δεν ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει. Ένα βράδυ έφτασε αλαφιασμένη η μητέρα του στο σπίτι. Ήταν υπηρέτρια σε ένα σπίτι στρατιωτικού από τους κατακτητές και από κάτι μισόλογα που άκουσε κατάλαβε ότι απόψε θα γινόταν έφοδος του στρατού στις παράγκες των Ιθαγενών. Τα δυνατά αγόρια θα πηγαίνανε σκλάβοι στα ορυχεία, τα όμορφα κορίτσια θα γινόντουσαν παλλακίδες στα χαρέμια.

Η μητέρα είχε στη φύλαξή της εκτός από το γιο της και ένα κορίτσι την Χικιτήτα, που ήταν κόρη μιας Ιέρειας του παλατιού. «Ακούστε παιδιά μου, εάν θέλετε ίσως να ζήσετε ελεύθεροι, να φύγετε τώρα….. ναι, τώρα αμέσως μέσα στη νύχτα…. Φύγετε τρέχοντας και πηγαίνετε στο δάσος…. Αποφύγετε τα μέρη που υπάρχουν άνθρωποι, που υπάρχει στρατός…. Μη σκέφτεστε εμένα, μην γυρίσετε πίσω…. Εδώ δεν υπάρχει ζωή παρά μόνο σκλαβιά, προσπαθήστε τουλάχιστον εσείς να γλυτώσετε……»

Ο Χόπι και η Χικικήτα φύγανε μονομιάς τρέχοντας, αλλού ακούγανε σκυλιά να αλυχτάνε, αλλού αισθάνονταν ανθρώπινη παρουσία, ακούγανε άγριες φωνές, δάδες να έρχονται στις παράγκες, είχαν φύγει ωστόσο από τον κλοιό, και τρέχοντας εκεί που καταλαβαίνανε ότι πλησιάζανε στο δάσος φεύγανε ολοένα.

Ο Χόπι δεν ήξερε το δρόμο, δεν ήταν σίγουρος για τη κατεύθυνσή τους μέσα στο σκοτάδι…. Έκανε αβέβαια βήματα… μήπως έκανε κύκλους;

Η Χικικήτα σαν να το κατάλαβε αυτό…. «Άσε εμένα Χόπι, δεν ξέρω πως, αλλά αισθάνομαι ότι ξέρω πως πρέπει να πάμε…»

Ο Χόπι την εμπιστεύτηκε και η Χικικήτα βασιζόμενη στο ένστικτο της, προχωρώντας όλη νύχτα, με την αυγή αντίκριζαν και εισχώρησαν στο μεγάλο Δάσος….


.....






Στο Μεγάλο Δάσος, ο Χόπι και η Χικικήτα αισθάνθηκαν εκστασιασμένοι, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουν τι είναι αυτό που τους φέρνει αυτό το συναίσθημα. Με τη κάθε αναπνοή τους αισθανόντουσαν ότι παίρναν κάτι από μία ξεχωριστή ενέργεια και η παρουσία τους στο Δάσος τους μετέδιδε μία αρχέγονη ζωτικότητα. Ο νους τους ωστόσο τους μετέδιδε σκέψεις περιοριστικές, τι θα φάνε, τι καταφύγιο θα έχουν, πως θα ζήσουν σε ένα άγριο μέρος σαν αυτό.

- «Ακόμα και όταν κάνεις λάθος, είναι ένα βήμα προς τα εμπρός….»

- «Γιατί το είπες αυτό Χικικήτα;», τη ρώτησε ο Χόπι.

- «Δεν ξέρω» απάντησε αυτή, η ορφανή πια κόρη της Ιέρειας που είχαν σκοτώσει οι κατακτητές.

Εκεί που κάθονταν κατάμονα στο Δάσος τα δύο παιδιά, στην αρχή αισθάνθηκαν μία παρουσία, κατόπιν μακρινοί ήχοι που πλησίαζαν, πουλιά και ζώα που φεύγανε, κλαδιά που έσπαζαν, ωστόσο δεν αισθανόντουσαν απειλή…. Ήταν σαν κάτι το μοιραίο που είχαν να συναντήσουν…. Και σε λίγο να που ήρθε κοντά τους μία Ομάδα επαναστατών Ιθαγενών.

«Είναι χρέος μας να μην τους αφήσουμε να συνεχίσουν! Είναι χρέος μας να αντισταθούμε!» είπε ο Αρχηγός τους στα δύο παιδιά.

Ο Χόπι έσκυψε το κεφάλι. Ναι, η λογική του έλεγε ότι όφειλε και αυτός να πολεμήσει και να μην δεχτεί υποτακτικά τη μοίρα του. Η Χικικήτα ήταν σιωπηλή.

- «Χρειαζόμαστε κάθε έναν που μπορεί να κρατάει όπλο, και…. Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας» πρόσθεσε με νόημα ο Αρχηγός. Από καθήκον και ανάγκη λοιπόν τα δύο παιδιά ενσωματώθηκαν στην Ομάδα. Αν και αγωνιζόντουσαν για έναν ευγενή σκοπό, ο Χόπι αισθανόταν μία αδιαφορία και μία παγωμάρα με τους υπόλοιπους. Χρειάζομαι περισσότερο χρόνο, του έλεγε η λογική του. Η Ομάδα είχε αρμοδιότητες…. Ο Χόπι θα γινόταν τοξότης, η Χικικήτα νοσοκόμα και μαγείρισσα. Κάθε μέρα είχαν κάτι να κάνουν, να κουβαλάνε ξύλα, να μετακινούνται, να βρίσκουν τα φυτά και να σκοτώνουν τα ζώα του Δάσους που θα ήταν η τροφή τους.

«Να έτσι ρίχνεις το βέλος» του έδειχνε ο Αρχηγός. «Πρώτα μετράει η ευστοχία, μετά η γρηγοράδα για το επόμενο βέλος… Πρέπει να κινείσαι σαν αστραπή, να είσαι καλυμμένος, να δίνεις το θάνατο και μετά να φεύγεις…. Σημάδευε το λαιμό, το κεφάλι, τη καρδιά…. Να είσαι ψυχρός, χωρίς συναισθήματα… Οι εχθροί πρέπει να πεθάνουν…. Δεν τους αξίζει να ζουν.»

Η Χικικήτα γινόταν κάθε μέρα και πιο αρνητική με την Ομάδα. Υπήρχε μόνιμα μία κακομοιριά, μία γκρίνια, ένα ενδιαφέρον μόνο στη προσωπική ζωή και εξασφάλιση του καθενός. Ο καθένας προσπαθούσε να επιβιώσει, να φάει καλύτερα από τους συντρόφους του, να κινδυνέψει λιγότερο, να κοιμηθεί περισσότερο, να γκρινιάξει για τις υπηρεσίες. Υποτίθεται ότι θέλαν την ελευθερία, αλλά με το πόλεμο τελικά θέλαν τη δική τους προσωπική νίκη, επιβίωση και κυριαρχία.

Μια μέρα στήσαν ενέδρα σε μερικούς κατακτητές, η έξαψη της προετοιμασίας, η ανυπομονησία εάν ο εχθρός πέσει στη παγίδα τους, και ναι, έπεσε. Τα βέλη άρχισαν να πέφτουν στους στόχους. Οι αντίπαλοι άνθρωποι που κλαίγοντας γοερά πέθαιναν, τα ξίφη που τους αποτέλειωναν, αίμα παντού. Ο Χόπι σημάδευε το λαιμό ενός αντιπάλου, ήταν πολύ εύκολο να ευστοχήσει. Δίσταζε…. Η Χικικήτα βρέθηκε δίπλα του….

-«Χόπι, ας φύγουμε! Δεν το αντέχω άλλο να συνεχίσω! Δεν είμαστε φονιάδες, ας εξαφανιστούμε τώρα, είναι ευκαιρία!»

- «Έχεις δίκαιο» παραδέχτηκε το αγόρι. Κατέβασε το τόξο του, μη δεχόμενος να παίξει άλλο αυτό το παιχνίδι. Τα δύο παιδιά άρχισαν να τρέχουν. Ήξεραν ότι αν τους έβρισκε η Ομάδα θα τους σκότωνε, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Ήταν διαφορετικός ο δρόμος τους. Με οδηγό το κορίτσι άρχισαν να προχωράνε ολοένα και βαθύτερα στο μεγάλο Δάσος, σε μέρη που τους ήταν εντελώς άγνωστα. Σε μέρη που είχαν πολύ καιρό να δουν άνθρωπο.

Ώσπου μετά από μέρες περιπλάνησης, φτάσαν σε ένα πολύ-πολύ βαθύ σημείο του μεγάλου Δάσους, εκεί, στη ζούγκλα, η μοίρα τους έφερε στα ερείπια ενός αρχαίου ναού ….. 

.....
 

«Δεν πρέπει να μπεις μέσα εσύ» μίλησε σαν με μία ονειροπαρμένη διάθεση η Χικικήτα στον Χόπι…. Αυτός κατάλαβε, περίμενε λοιπόν φροντίζοντας να κρατήσει την είσοδο ασφαλή όσο η Χικικήτα έμπαινε στον αρχαίο Ναό….

….

- «Ποια είσαι; Σε αισθάνομαι στο Ναό σου και μέσα μου, τόσο που μπερδεύομαι εάν πρέπει να μιλάω φωναχτά ή από μέσα μου….»

- «Είμαι η Μητέρα, είμαι το πνεύμα της Γης, η ζωή εκεί που φαίνεται από τα πιο μικρά στα πιο μεγάλα, η ζωή στα πράγματα που δεν φαίνονται να ζουν, και χάρη σε αυτά ζούνε όμως και τα υπόλοιπα….. Όπως και να μου μιλάς είναι το ίδιο, βρίσκομαι τόσο έξω από σένα όσο και μέσα σου, είναι το ίδιο ξέρεις…… Είσαι από τους ανθρώπους που έχουν το χάρισμα να μιλάνε μαζί μου άμεσα…. Δεν χρειάζεται να με ρωτάς…. Έχω κατευθείαν την απάντηση….

Ο λαός μου βίωσε τη καταστροφή…. Δεν θα μπορούσαμε να πολεμήσουμε, εάν τυχόν το κάναμε θα γινόμασταν ίδιοι με τους κατακτητές…»

-«Μα Μητέρα, όταν ο άλλος έρχεται για να σε σκοτώσει και εσύ δεν αντιδράς καθόλου τι έχουμε να κερδίσουμε με τον αφανισμό μας; Πως επιτρέπεις εσύ ως Μητέρα, ως Θεά να γίνεται αυτό;»

-«Δυστυχώς τα παιδιά μου έχουν την ελευθερία να κάνουν τερατώδη λάθη όσο ακόμα είναι μικρά και ανώριμα…..»

-«Παιδιά σου αυτά τα ανθρώπινα κτήνη που μας σκότωσαν και κατέστρεψαν το πολιτισμό μας; Και εμείς τι είμαστε; Μία ανθρωποθυσία; Δεν έχουμε καν το δικαίωμα να αμυνθούμε σε αυτούς που ήρθαν να μας σκοτώσουν και να μας υποδουλώσουν; Σε ακολουθούμε και σε πιστεύουμε, εσένα μία ανώτερη δύναμη, αλλά είμαστε έρμαιο καθενός κατακτητή; Ποια είναι επιτέλους η δύναμή μας;»

-«Η Δύναμη σας είναι να με καταλαβαίνετε, ότι ζω μέσα σας, να είστε ένα με τον άνεμο. Ένα με το κάθε ζώο, να φέρνετε μέσα σας την ευτυχία, τη χαρά, τη δημιουργία….. Και ναι, η δύναμή σας είναι να είστε εντελώς αδύναμοι και απροστάτευτοι σε αυτούς που θα έρθουν να σας σκοτώσουν. Έχετε δύο δρόμους: Ή να προσαρμοστείτε στη κατάστασή σας και να αντισταθείτε γινόμενοι θύτες ή/και θύματα ή να μην προσαρμοστείτε στη κατάσταση και να …… πεθάνετε.»

-«Και γιατί να προτιμήσουμε το πρώτο ή το δεύτερο; Γιατί πρέπει να υποστούμε αυτό το κύκλο του αίματος;»

-«Αν προτιμήσετε να γίνετε θύτες ή/και θύματα σημαίνει ότι θα σκοτώσετε και θα σας σκοτώσουν, μπορεί να ζήσετε φαινομενικά περισσότερο εάν είστε ικανοί, αδίστακτοι και ανηλεείς. Αν προτιμήσετε το δεύτερο, θα είστε το εύκολο, το προφανές θύμα, έρμαιο στους δημίους σας, αλλά στη δεύτερη περίπτωση, θα έχετε κρατήσει ζωντανή στη Ψυχή σας τη σύνδεση με εμένα και μαζί με αυτό και τη ζωή και τη δυνατότητα να επιστρέψετε στη προηγούμενη σας κατάσταση αυτή του παραδείσου….»

-«Δηλαδή αν προτιμούσαμε το πρώτο, αν αντιστεκόμασταν όντας θύτες και θύματα, θα πεθαίναμε όλοι;»

-«Ναι, θα γινόσασταν το ίδιο με τους κατακτητές, θα θέλατε εξουσία, χρήμα, αίμα και δύναμη… Θα χανόταν για πάντα η σύνδεση με εμένα και τη ζωή…. Και όλος ο πλανήτης θα καταστρεφόταν…. Μία ολική και παντοτινή καταστροφή…. Εσείς όμως ήδη επιλέξατε να μην γίνετε φονιάδες ή θύματα φονιάδων και μαζί με αυτό βρήκατε ξανά το νήμα που οδηγεί σε εμένα…. Εγώ είμαι η ζωή του πλανήτη…»

-«Και τώρα τι; Τι μπορούμε να κάνουμε εμείς, δύο παιδιά;»

-«Είμαι η ζωή και αυτό που υπάρχει πραγματικά, και είμαι η σοφία και μπορώ να σας πω το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσετε για να ελευθερωθούμε ξανά…..» 


.....




«Όλο αυτό που ζείτε είναι μία φαντασία, μια ομαδική προβολή, ένα όνειρο που μπορεί να είναι καλό ή κακό, το βέβαιο είναι όμως ότι το βλέπετε κοιμισμένοι. Η αποφασιστική λοιπόν αλλαγή είναι να συνειδητοποιήσετε ότι κοιμάστε και να αλλάξετε το όνειρο που βιώνει όλος ο κόσμος. Στο όνειρο σας έχουν υποδουλώσει. Σε αυτό το όνειρο που νομίζετε πραγματικότητα είναι που είστε αδύναμοι και υποταγμένοι.

Ο Ούλρικ έγινε Βασιλιάς πάνω σας, χρησιμοποιώντας τους κατακτητές για αυτό. Αυτοί σας κατέστρεψαν με τη στυγνή τους βία, ωστόσο κάθε πράγμα που φέρνει εξουσία σε αυτό τον κόσμο δηλαδή η βία, το χρήμα, τα αξιώματα, η απληστία, δεν φέρνουν την όποια τάξη σε αυτό τον κόσμο. Πάντα θα υπάρχουν παραμύθια που σε αυτά θα νικάει πάντα το καλό. Αυτά τα παραμύθια όμως προέρχονται από έναν άλλον κόσμο…

Η αληθινή Δύναμη ζει μέσα σας, και η δύναμη του Ούλρικ είναι ότι μαγεύοντας σας, σας έκανε να ξεχάσετε αυτή τη πηγαία δύναμή σας, και έτσι υποτάσσεστε σε μία εξωτερική αποτρόπαια δύναμη που φαινομενικά μόνο μπορεί να σας εξουσιάζει. Και το σύστημα που δημιουργείται έτσι αναγκαστικά στηρίζεται σε κενά, ανακρίβειες, ψέματα, δεν μπορεί να υπάρχει σοφία μέσα του, μόνο βία και υποταγή. Είναι θέμα χρόνου να καταρρεύσει αφού δεν έχει μέσα του την αλήθεια.

Είναι ένα παρανοϊκό και άδικο σύστημα που δεν θα πέσει με τη βία. Η δύναμή του είναι ότι δημιούργησε ένα μαγεμένο βασίλειο. Για να ελευθερωθείτε από αυτό δεν χρειάζεστε έναν οπλισμένο στρατό. Αυτή η διαμάχη απλά διαιωνίζει τα μάγια. Για να ελευθερωθείτε χρειάζεστε ένα άλλου είδους όπλου, όχι κάτι που φέρνει το θάνατο, αλλά κάτι που μπορεί να λύσει τα μάγια.

Σε αυτή τη περίπτωση δύο παιδιά είναι ικανά να φέρουν την αλλαγή που χρειάζεται το μαγεμένο βασίλειο. Χικικήτα ο ρόλος σου είναι να μπορέσεις να βρεις τη σοφία και ο Χόπι θα χρησιμοποιήσει τη δύναμή του, για να βρει αυτό το αντικείμενο και με αυτό να ελευθερώσετε το Βασίλειο.

Όλα όσα συμβαίνουν δεν είναι τυχαία αλλά μπορεί να δείχνουν το δρόμο, αρκεί να είμαστε εμείς στη θέση του αναζητητή. Ο Χόπι θα βρει το δρόμο του για το μεγάλο Όπλο ακολουθώντας στην αρχή τον αετό, μετά το αγριόγιδο και τέλος το φίδι. Μόλις βρεθεί το Όπλο, είναι ένα τέτοιο μαγικό αντικείμενο που θα του δώσει συνείδηση για να καταλάβει τι είναι αυτό που πρέπει να κάνει και πως ακριβώς θα το χρησιμοποιήσει για να ελευθερώσετε το μαγεμένο Βασίλειο.»

Το Όραμα, η Επικοινωνία της Χικικήτα με τη μεγάλη Μητέρα τελείωσε εκεί. Ο Ναός φαινόταν και πάλι σκοτεινός και άδειος όπως στην αρχή, σημάδι ότι έπρεπε να δώσει οδηγίες στον Χόπι για να ξεκινήσει και αυτός τη πορεία του.


Το πρώτο φως του ήλιου χάραζε στη ζούγκλα, όταν ο Χόπι αποφάσισε να ξεκινήσει. Προς τα πού να πάει όμως; Όλα φαίνονταν τα ίδια! Η Χικικήτα στάθηκε ακίνητη δίπλα του, καταλάβαινε πια ότι μπορούσε να μιλάει με τον Χόπι χωρίς να παρεμβάλλεται εξωτερική ομιλία ανάμεσά τους.

-«Χόπι, ψάξε να βρεις ουρανό, από εκεί θα έρθει το πρώτο σημάδι!»

Ο Χόπι κινήθηκε σε ένα κοντινό ξέφωτο, εκεί με ηρεμία περίμενε…. Μετά από λίγο μία σκιά πέρασε σαν αστραπή από πάνω του και ακούστηκε η γνωστή μεγαλόπρεπη κραυγή του αετού…...    



......





Ο αετός έκανε ένα μεγάλο κύκλο και μετά ακολούθησε μία τέλεια ευθεία γραμμή και χάθηκε στον ορίζοντα. Ο Χόπι είχε μία κατεύθυνση! Την ακολούθησε με πείσμα όσο καλύτερα μπορούσε, και αφού προχώρησε πολύ στη ζούγκλα έφτασε σε ένα άλλο ξέφωτο εκεί, μαγικά, ξανάβλεπε τον αητό, που έκανε το μεγάλο κύκλο του και μετά έδινε ξανά τη κατεύθυνση, για να οδηγήσει και πάλι τον Χόπι.

Μετά από ώρες πορείας με αυτόν τον τρόπο, ο αετός έφτασε σε ένα βουνό που ήταν ολόκληρο καμωμένο από έναν συμπαγή βράχο. Ο αετός έκανε για πρώτη φορά 3 μεγάλους κύκλους και μετά εξαφανίστηκε πάνω στο βουνό. Ήταν φανερό για τον Χόπι ότι θα έπρεπε να ανέβει στη κορυφή του βουνού….. Έλα όμως που τα τοιχώματα του βράχου ήταν εντελώς λεία και δεν φαινόταν να υπάρχει πουθενά ένας δρόμος ή έστω ένα μονοπάτι για να το ακολουθήσει....

Ο Χόπι έκανε το κύκλο του βουνού μία και δύο φορές, πουθενά μονοπάτι… πουθενά έστω μία ένδειξη ότι σε κάποιο σημείο θα ήταν πιο εύκολο το σκαρφάλωμα…. «Και τώρα τι;» σκέφτηκε ανήμπορος να κάνει κάτι καλύτερο. Κάθησε σε μία σκιά και αφού χαλάρωσε του ήρθε από μόνη της η έμπνευση: «Μην ψάχνεις για το μονοπάτι, ψάξε για το δεύτερο σημάδι..… το αγριόγιδο».

Έκανε έναν κύκλο ψάχνοντας για ίχνη αυτού του ζώου και όντως μετά από λίγο ένα κεφαλάκι ξεπρόβαλε από μία ρωγμή. Ήταν η μουρίτσα από ένα αγριόγιδο με τις χαρακτηριστικές μαύρες και καφέ ραβδώσεις. Το αγριόγιδο τον κοίταζε επίμονα και δεν εξαφανίστηκε όπως κάνουν συνήθως αυτά τα αγρίμια, είχε τα ποδαράκια του στυλωμένα σε τέσσερα σημεία και έκανε δύο τρία βήματα πίσω, αποκαλύπτοντας ότι οι οπλές του πατούσανε σε ένα απροσδιόριστο μονοπάτι μέσα στο βράχο.

Ο Χόπι ακολούθησε με κάποιο δισταγμό αυτό το μονοπάτι, και το αγριόγιδο, πιστά περίμενε τον Χόπι και του έδειχνε το επόμενο πάτημα του, μια εδώ μία εκεί, ο Χόπι ανέβαινε σιγά-σιγά, ήταν πολύ επικίνδυνο και πολύ τρομακτικό να κοιτάς κάτω, ο Χόπι ωστόσο από κάποιο σημείο και μετά ένιωθε πια φυσικά το να ανεβαίνει, εξάλλου δεν μπορούσε πια να κατεβεί, αυτό το δρόμο μπορούσε κανείς μόνο να τον ανέβει και ήταν αδύνατο για έναν άνθρωπο να τον ξανακατεβεί…

«Ή όλα ή τίποτα» σκέφτηκε και με φοβερή αυτοσυγκέντρωση πάταγε στο επόμενο πάτημα του αγριόγιδου. Είχαν εξαφανιστεί πια όλες του οι σκέψεις, άκουγε μόνο την αναπνοή του και τους παλμούς της καρδιάς του…. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο άνθρωπος είχε μεταμορφωθεί σε αγρίμι που ανέβαινε και ήταν στη φύση του να ανεβαίνει αυτό το μοναχικό δρόμο… Κάποια στιγμή έφτασε σε ένα πλατύ μέρος, ο Χόπι ανάσανε με ανακούφιση, αφού τώρα πια μπορούσε να περπατάει άνετα, αλλά όχι για πολύ….

Ο «δρόμος» συνέχιζε απέναντι για να μπορούσε να φτάσει στη ψηλή κορφή του βράχου, μπροστά του όμως ήταν ένα χαώδες βάραθρο που σε έπιανε ζάλη μόλις κοίταζες από πάνω. Το αγριόγιδο με μερικά πηδήματα εξαφανίστηκε στο πουθενά, είχε τελειώσει η αποστολή του. Ο Χόπι έβλεπε ένα σημείο που ίσως να τον βοηθούσε να περάσει απέναντι. Ένας κορμός είχε πέσει και γεφύρωνε τις δύο πλευρές, αλλά φτάνοντας ο Χόπι εκεί, ζαλίστηκε βλέποντας κάτω, και ο κορμός δεν ήταν μεγάλος για να πατάς πάνω του και δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι δεν θα έσπαζε ανά πάσα στιγμή.

Ο Χόπι περίμενε αναποφάσιστος… Τι να κάνει; Και να ήθελε να περάσει δεν θα μπορούσε… Χρειαζόταν ένα σημάδι…. Περίμενε λίγο και με κλειστά μάτια ζήτησε βοήθεια, ήξερε ότι το Καλό είναι πολύ μα πολύ δυνατότερο από το Κακό, αρκεί οι άνθρωποι με εμπιστοσύνη να ακολουθούσαν το Καλό…. Μετά από λίγο ένα μεγάλο φίδι, νωχελικά γλίστρησε δίπλα από τον Χόπι, μη ενοχλημένο καθόλου από τη παρουσία του και με σιγουριά έρποντας, πέρασε διαμέσου του κορμού, απέναντι.

«Αφού μπόρεσε το φίδι, τότε μπορώ και εγώ» σκέφτηκε ο Χόπι και έρποντας και αυτός ανέβηκε στο κορμό. Έτσι ήταν πολύ πιο εύκολο να περάσει και αποφεύγοντας να κοιτάζει κάτω στο βάραθρο, λίγο-λίγο κατάφερε και πέρασε απέναντι…. Το φίδι ανέβηκε πιο πάνω και χώθηκε σε ένα άνοιγμα στο βράχο… Ο Χόπι το ακολούθησε και βρέθηκε στην είσοδο μιας σπηλιάς… Όσο προχωρούσε μέσα, ένα παράξενο ιώδες φως υπήρχε διάχυτο παντού, μέχρι που έφτασε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Παντού τα βράχια λάμπανε σαν ιώδες χαλαζίας που ένιωθες ότι ήταν ζωντανός και έφερε πάνω του κάτι σαν ρεύματα, σαν ηλεκτρικά φορτία.

«Καλωσόρισες!» είπε ένας μυστηριώδης ψηλός μελαχρινός άνδρας. «Μη με φοβάσαι, εγώ είμαι ο αετός, το αγριόγιδο και το φίδι. Ήταν Θέλημα της Μεγάλης Μητέρας να φτάσεις ως εδώ, και θα πρέπει να σου δώσω αυτό για το οποίο ήρθες και πρέπει να πάρεις…..»


....



Αυτό που θα σου δώσω δεν είναι ένα όπλο που φέρνει το θάνατο, αλλά ένα όπλο που σβήνει τις εντυπώσεις σου, και κάνει να φαίνεται αυτό που πραγματικά είναι, πίσω από τις σκιές και τα όνειρα. Αυτό που θα σου δώσω δεν είναι όπλο αλλά ένα μαγικό αντικείμενο, που αλλάζει οτιδήποτε είναι γύρω του. Μόνο ένας με άδολη καρδιά μπορεί να το φέρει και κρατήσει, γιατί ένας σκοτεινός, το μόνο που θα ήθελε θα ήταν να το έκρυβε για πάντα από προσώπου γης.

Ο ψηλός μελαχρινός άνδρας προχώρησε στο κέντρο της αίθουσας του ιώδους χαλαζία…. Εκεί ήταν μία κρυστάλλινη σφαίρα, αρκετά μικρή για να μπορούσε να χωρέσει στο ένα χέρι…

-«Πάρε Χόπι τη λίθο της Προβολής και φέρε τη δική σου πραγματικότητα στο όνειρο που προβάλλεται, λύσε τα μάγια έτσι και πέταξε με τα φτερά σου εκεί που πρέπει….»

 - «Μα ποια φτερά μου Κύριε, ένας απλός άνθρωπος είμαι, χωρίς κάποιες ειδικές δυνάμεις ή δυνατότητες….»

- «Αυτό που πίστευες ότι ήσουν ήταν απλά μία προβολή, ένα ψέμα και τίποτα άλλο…. Δεν χρειάζεται πια να υιοθετείς μειονεκτικές σκέψεις σαν δικές σου, τόλμησε να προχωρήσεις σε ανεξερεύνητα μονοπάτια, εκεί που πίστευες ότι ήταν σκοτάδι, είναι η δύναμή σου, εκεί που πίστευες ότι δεν υπάρχει τίποτα, θα δεις ότι μπορείς πια να προχωρήσεις…. Μη φοβάσαι, κάνε ένα βήμα μπροστά…. Τώρα πια μπορείς να πετάξεις…. Τώρα πια θα είσαι αυτό που κρυβόταν μέσα σου, αυτό που σε έκανε να αισθάνεσαι άβολα φορώντας τη μάσκα της ανικανότητας…. Αποδέξου το νέο σου ρόλο πια και ξέχασε αυτό που ήσουν, ή μάλλον αυτό που φαινόσουν….»

Ο Χόπι άκουγε και ενώ στην αρχή αισθανόταν άβολα ακούγοντας αυτά τα παράξενα λόγια, μόλις έπιασε τη σφαίρα της Προβολής, αισθάνθηκε ότι αυτά τα λόγια είχαν μία δύναμη, σαν να του ξυπνούσαν έναν άλλον του Εαυτό, κάποιον που είχε ξεχάσει, αλλά που πάντα μέσα του υπήρχε. Ένιωθε μέσα του μία φοβερή δύναμη συγκέντρωσης, ο νους του πια από μόνος του σώπασε και αισθανόταν ότι ακόμα και ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει και ότι ζούσε σε μία μεγάλη…. στιγμή.

Στη καρδιά του άρχισε να αισθάνεται ένα ρεύμα που κυλούσε από μέσα προς τα έξω, και αυτό το ρεύμα δημιουργούσε μία ρευστή κατάσταση στα πάντα γύρω του, τα πράγματα πια δεν ήταν στερεά, αλλά ρευστά, που ανταποκρίνονταν και απαντούσανε στη δική του θέληση…. Αισθάνθηκε να έρχεται σε αυτόν μία Δύναμη, και το πιο παράξενο η φυσική συναίσθηση, ότι η Δύναμη που είχε ήταν η απόλυτη Δύναμη, και ο λόγος που ήταν η απόλυτη Δύναμη ήταν, το ότι ή Δύναμη δεν ήταν δική του, αλλά αυτός ήταν η εξωτερίκευση αυτής της Δύναμης.

Δεν θα μπορούσε ποτέ να χρησιμοποιήσει όπως ήθελε για εγωιστικούς του σκοπούς αυτή τη Δύναμη. Δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις όποιες του επιθυμίες, αν και κάτεχε την απόλυτη Δύναμη. Όφειλε να τη χρησιμοποιήσει αυτή τη Δύναμη, όπως η ίδια η Δύναμη πρόσταζε….

«Δεν είμαι εγώ ο ίδιος που ήμουν πια…. Αλλά τότε ….. Ποιος είμαι;»

«Αισθάνθηκε ότι δεν χρειάζεται πια ποτέ να ρωτήσει ένα ξένο εξωτερικά κάποια ερώτηση, γιατί με το που ψέλλιζε την ερώτηση, μέσα του είχε ήδη την απάντηση…. Και το πιο παράξενο, αυτό το θεωρούσε απόλυτα φυσικό πια…. Ο αέρας που ανέπνεε πια δεν ήταν μέρος μιας μηχανικής αναπνοής, αλλά η εξωτερίκευση αυτού που ήθελε να υπάρχει, η ίδια η ζωή, ή μάλλον αυτό που δίνει ζωή και ουσία σε όλα τα πράγματα…. Όλη η Φύση θα μπορούσε να συμμορφωθεί σε αυτό… Και αυτή η δύναμη αν και τόσο απόλυτη, ήταν τόσο ευγενική, δεν θα μπορούσε με τίποτα να σκοτώνει, με τίποτα να δημιουργεί δυσαρμονικές καταστάσεις και αρρώστιες…. Μπορούσε μόνο να υπάρχει, να εκμηδενίζει τον εαυτό του και παράλληλα να τον κάνει Ένα με όλα, να θεραπεύει χωρίς καμία γνώση ή προσπάθεια, αλλά απλά….. φυσικά…

«Εγώ που πάντα ήμουν, είμαι…..  επιτέλους!»    

Ευχαρίστησε το μυστηριώδη άνδρα και βγαίνοντας από τη σπηλιά, πρόσεξε τον άνδρα να γίνεται ξανά φίδι, τα τοιχώματα της σπηλιάς να χάνουν την ιώδη ηλεκτρική τους λάμψη και να γίνονται συνηθισμένα βράχια….. Και αυτόν, τον Χόπι, να είναι κάτι διαφορετικό πια…. Πρόσεξε τα δάκτυλα του χεριού του, που κρατούσαν τη σφαίρα…. Ήταν μακριά, λεπτά, σχεδόν διάφανα δάχτυλα…….     







Ο Χόπι αισθανόταν τον εαυτό του ανάλαφρο και …. πολύ, μα πολύ διαφορετικό, τώρα που κράταγε τη Σφαίρα της Προβολής. Αισθανόταν ότι αλληλεπιδρούσε με ένα μαγικό τρόπο σε όλα τα γύρω του πρόσωπα και αντικείμενα. Οι βράχοι γύρω του φαινόντουσαν ρευστοί και ζωντανοί με χρώματα που αλλάζανε. Ο αέρας ήταν ζωντανός και είχε απόκοσμες αποχρώσεις και τα μόρια του, μετακινιόντουσαν δημιουργώντας ηλεκτρικές εκκενώσεις…. Παντού υπήρχαν ηλεκτρικά φορτία ολόγυρά του, αλλά και φορτία που ξεκινούσαν και κατέληγαν σε αυτόν.

Ο Χόπι είδε τη σκιά του, ήταν ψηλή… λεπτή…. Και πάνω από αυτήν δύο μεγάλα ψηλά φτερά… «Μα τι ακριβώς γίνεται εδώ…» βγήκε μία φοβισμένη φωνή που πνίγηκε αμέσως σε έναν ωκεανό σιγουριάς που υπήρχε πια μέσα του. Η φοβισμένη φωνή ήταν κάτι μικρό, κάτι ψεύτικο, κάτι που έσβηνε όπως το παρελθόν χάνεται και σβήνει τελειωτικά με το σβήσιμο της ανάμνησης….. Ο φόβος ήταν απλά η αίσθηση της απουσίας, σε μία σταγόνα που έζησε για κάποιο καιρό μακριά από τον ωκεανό που χάνεται για πάντα όταν η σταγόνα ξαναενωθεί με τον ωκεανό…. Και καταλαβαίνει ότι πάντα ήταν ωκεανός….

Ο Χόπι δεν χρειαζόταν πια να περπατάει…. Ήταν εύκολο, ήταν φυσικό πια να αιωρείται στον αέρα και…. να πετάει. Τα φτερά του ανοιγόκλειναν φυσικά και πήγαινε πια με σιγουριά οπουδήποτε….. Πάντα ήξερε πώς να πετάει, και το προηγούμενο ταξίδι του στη Γη, σαν ένα φοβισμένο παιδί, ένα είδος πετάγματος ήταν και αυτό. Μία αναγνώριση εδάφους για το πέταγμα που θα ακολουθούσε…..

Κατευθύνθηκε στον αρχαίο Ναό της Μητέρας Γης… σε ελάχιστο χρόνο ήταν εκεί… Από μακριά έβλεπε την Χικικήτα, αρχικά σαν μία παιδούλα που καθόταν έξω από κάτι ερείπια μέσα σε μία ζούγκλα. Κατεβαίνοντας ο Χόπι ένιωθε τα πνεύματα των δέντρων να κινούνται, να μιλάνε όπως πάντα μιλούσαν, μόνο που συνήθως οι άνθρωποι ήταν αυτοί που είχαν κλειστά τα αυτιά τους σε αυτά. Τα πνεύματα των δέντρων ήταν σοφά, μπορούσαν να απαντήσουν σε οποιαδήποτε ερώτηση, γιατί θυμόντουσαν…. Είχαν καταγράψει στο φλοιό τους ότι είχε συμβεί από παλιά και γνωρίζοντας αυτό, είχαν γνώση που με χαρά έδιναν…

Ο Χόπι, καθώς κατέβαινε και πλησίαζε την Χικικήτα την είδε να μεταμορφώνεται από μία βρώμικη παιδούλα σε μία ψηλή φωτεινή Αρχιέρεια του Ναού. Ένα φωτεινό Ον με κατάλευκες φτερούγες, ένας Άγγελος, με ένα κόσμημα από λευκό χαλαζία στο μέτωπό της που άστραφτε σε όλες τις αποχρώσεις του φωτός. Δεν ήταν πια αγχωμένη και πεινασμένη, αλλά σίγουρη και χαμογελαστή. Μία Αγγελική Παρουσία, μία Πριγκήπισσα, ικανή να κάνει τα πάντα και μόνο με τη σκέψη της.

Ο Ναός είχε ξανά ζωντανέψει. Δεν ήταν πια από ένα πολυκαιρισμένο, πρασινισμένο γρανίτη γεμάτο ρωγμές, αλλά από έναν ζωντανό χαλαζία που άστραφτε σε ένα απόκοσμο ηλεκτρισμένο ιώδες χρώμα. Μέσα στο Ναό ήταν ένα κίτρινο Φως, που δεν προερχόταν από έξω αλλά από μέσα. Ένα ζωντανό Φως που εκδηλωνόταν κατευθείαν από την είσοδο του Απείρου στο φυσικό. Ένα Ιερό Φως που ήξερες ότι ήταν η εκδήλωση της Μεγάλης Μητέρας, ή κατά κάποιο τρόπο ήταν η Μητέρα που έδινε ζωή σε όλα τα φυτά, ζώα και πράγματα.

Ο Χόπι κοιτάχτηκε στα μάτια με την όμορφη Πριγκήπισσα Χικικήτα. Τώρα πια καταλαβαίναν ότι γνωριζόντουσαν από πολύ-πολύ παλιά, και ότι τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Ήταν δύο Φύλακες της Φύσης, μία αρσενική και μία θηλυκή ενσάρκωση ενός Όντος που αποφάσισε να κατέβει από ψηλά…

-Πάμε Χικικήτα;

- Ναι, Χόπι, πρέπει να πάμε στη πόλη, να ελευθερώσουμε τη φυλή μας… Η Μεγάλη Μητέρα μας έδωσε ξανά το νήμα…

- Ναι, όλα στο κόσμο είναι μια προβολή τελικά….         
            
 




Ο Χόπι μαζί με τη Χικικήτα, δύο αγγελικά όντα πια, γιατί αυτή ήταν η πραγματική τους φύση, έχοντας τη σφαίρα της προβολής πετάξανε προς τη σκλαβωμένη τους χώρα. Βλέποντας τη από μακριά βλέπανε τους πολλούς καπνούς που συνόδευαν τη «πρόοδο» της χώρας τους. Ο καθένας σκλάβος δούλευε όσο μπορούσε περισσότερο και υπό τις πιο αθλιότερες συνθήκες για να μπορεί απλά να συνεχίσει να επιβιώνει…. Για να βιώσει άλλη μια επόμενη άθλια ημέρα….

Οι αξιωματούχοι και οι στρατιώτες κάνανε ότι μπορούσανε πιο βίαιο και άδικο και υπακούγανε στις απάνθρωπες εντολές των πιο ανωτέρων τους, γιατί…. δεν ξέραν κάτι καλύτερο να κάνουν…..  έτσι βλέπαν ότι κάναν και όλοι οι υπόλοιποι….

Τα δύο παιδιά φέρανε μία νέα ωστόσο αντίληψη των πραγμάτων… Το πρώτο φυλάκιο που τους εντόπισε παραξενεύτηκε με τα δύο φτερωτά όντα που ερχόντουσαν από ψηλά.

-«Τι να τους κάνουμε;» ρώτησαν οι στρατιώτες..

-«Πυροβολήστε τους φυσικά, δεν ανήκουν στο κόσμο μας…» απάντησε ο Αξιωματικός.

Όταν ωστόσο πήγαν να τους πυροβολήσουν είδαν ότι τα όπλα τους δεν λειτουργούσαν, ήταν πρόφαση ή αλήθεια; Και οι ίδιοι οι στρατιώτες είδαν ότι μεταμορφωνόντουσαν και οι ίδιοι σε ανθρώπους φωτεινούς, ειρηνικούς, που δεν μπορούσαν πια να εκτελούν απάνθρωπες διαταγές επειδή δεν ήξεραν κάτι άλλο να κάνουν. Ήξεραν πια ότι δεν είχαν ανάγκη να κάνουν αυτό το πράγμα. Βγάλανε τις στολές τους και πετάξανε τα όπλα τους κάτω. Ήταν συνειδητοί, ειρηνικοί άνθρωποι που δεν ήταν πια παγιδευμένοι, αλλά ελεύθεροι: Ξέραν ότι η Φύση θα τους παρείχε τα πάντα πια και ότι είχαν τη δύναμη να το καταφέρνουν αυτό πάντα.

Οι Αξιωματικοί, ζήσαν από τη μια στιγμή στην άλλη την απόλυτη αλλαγή. Οι στρατιώτες τους δεν τους υπακούγανε πια και ενώ κανονικά θα έπρεπε να βρούνε λύση σε αυτό και να ξαναφέρουνε τη σιδερένια πειθαρχία, αντίθετα τους άρεσε που έφυγαν και οι ίδιοι από αυτό το σιδερένιο ζυγό. Δεν τους ενδιέφερε πια να κάνουν κουμάντο στους άλλους αλλά ούτε και να δέχονται να εκτελούν γελοίες διαταγές. Μα πως ζούσαμε σε αυτή την αλλόφρονα κατάσταση; Αναρρωτιόντουσαν πετώντας και αυτοί τις στολές τους. Ήταν πια προφανές και σε αυτούς ότι υπήρχε ΜΙΑ συνείδηση που την είχε ο καθένας μέσα του, άρα ήξερε τι πρέπει να κάνει, χωρίς να του το πει κάποιος άλλος.

Τα δύο παιδιά φτάσανε στο παλάτι. Οι φρουροί και οι αξιωματικοί σκόρπισαν ολόγυρα και ο Ούλρικ με τη παρέα του μείνανε μόνοι τους χωρίς ακολούθους. Οι θησαυροί του Ούλρικ είχαν πια τη πραγματική τους αξία: Τίποτα δηλαδή, ο χρυσός ήταν απλά μία ψευδαίσθηση, που η προηγούμενη αξία του ήταν μόνο σε ανθρώπους που ήταν εξαπατημένοι, μαγεμένοι.

 «Θα τα σκοτώσω εγώ ο ίδιος μόνος μου αν χρειαστεί» είπε με μοχθηρία ο Ούλρικ, βγάζοντας το σπαθί του. Η παρέα του Ούλρικ πήρε θέσεις δίπλα του, ετοιμάζοντας την επίθεση τους. Δεν σκόπευαν να παραδοθούν αμαχητί. Τα δύο παιδιά μπήκαν στη βασιλική αίθουσα για τη μάχη….

Ο Χόπι και η Χικικήτα δεν ήταν συνηθισμένοι αντίπαλοι όμως….

Ο Ούλρικ φώναξε: «Μη με αναγκάσετε να σας σκοτώσω! Γυρίστε πίσω από κει που ήρθατε, με όσο χρυσό μπορείτε να σηκώσετε! Αυτή η πόλη μου ανήκει…..»

Ο Χόπι σήκωσε ψηλά τη κρυστάλλινη σφαίρα…. Χρειαζόταν μία ειδική δύναμη για να αντιμετωπίσει τον Ούλρικ… Η σφαίρα πήρε ένα ιώδες χρώμα και με μία ηλεκτρική εκκένωση σκόρπισε αυτό το ιώδες φως ολόγυρα….. η αίθουσα γέμισε εκτυφλωτικό φως…… το φως άλλαξε τον Ούλρικ και τη παρέα του… τους μεταμόρφωσε ή μάλλον καλύτερα τους αφαίρεσε την μέχρι τώρα εξωτερική αμφίεσή τους….. τώρα πια δεν ήταν άνθρωποι, αλλά μεγάλες σαύρες….

Ο Χόπι και η Χικικήτα κατάλαβαν ότι τα μάγια λύθηκαν πια οριστικά… οι σαύρες νικημένες αποσύρθηκαν στο δάσος….

«Συγνώμη για αυτό που κάναμε, ήταν στη φύση μας»… απολογήθηκε ο Ούλρικ φεύγοντας νικημένος…

Μία νέα ημέρα ξεκινούσε για τη πόλη, τους ανθρώπους και τη φύση. Το βασίλειο δεν ήταν πια μαγεμένο…..             


   




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου