Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Η ΜΗΤΕΡΑ






Ο καλόγερος Σεκ ακολουθώντας τα αθώα ζώα, βρέθηκε να ανεβαίνει προς τα Ψηλά Βουνά. Εκεί ήταν λες μία άλλη χώρα, φτωχή αφού δεν υπήρχαν χωράφια, αλλά με απαράμιλλη φυσική ομορφιά, γεμάτη δάση και ρυάκια. Εκεί στη χώρα των Ψηλών Βουνών δέσποζε μία κωνική κορυφή και τα ζώα κινούμενα από ένα παράξενο πρόσταγμα, τραβούσαν κατά κει. Ακολουθώντας τον αέρα, μαζί τους πήγαινε και ο Σεκ.



Ήταν ένα ξεχωριστό βουνό αυτό που ανέβαινε η παράξενη συνοδεία. Ήταν φανερό ότι κάποτε στα αρχαία χρόνια αυτό το βουνό ήταν ένα ηφαίστειο. Ο Σεκ έβλεπε τα ζώα να πηγαίνουν κατά πάνω στο βουνό. Αναρωτήθηκε ως που θα έφταναν, γιατί σε λίγο θα άγγιζαν τη λευκή ζώνη του χιονιού, που ομόρφαινε τη κορυφή. Εκεί που ο Σεκ άρχιζε να αμφιβάλλει, εμφανίστηκε μπροστά τους, σε ένα κοίλωμα, το σκοτεινό άνοιγμα μιας σπηλιάς. Τα ζώα, χαρούμενα μπήκαν μέσα, και αποκαλύφτηκε ότι η σπηλιά ήταν ένα τεράστιο σύνολο άναρχων υπόγειων διαδρόμων.

Τα ζώα, χωρίς καμία αμφιβολία πηγαίνανε μέσα σε αυτό το σκοτεινό λαβύρινθο, πότε στρίβοντας αριστερά, ποτέ δεξιά και μετά από καμιά ώρα, φάνηκε ξανά φως. Είχαν φτάσει στο εσωτερικό του βουνού, σε αυτό που κάποτε ήταν ο κρατήρας του ηφαιστείου, και τώρα ήταν μία καταπράσινη, μυστική κοιλάδα.  Ήταν φανερό ότι αυτό το μέρος είχε μία ιδιαίτερη ξεχωριστή ιερότητα. Τα ζώα ειρηνικά βόσκησαν, και ο Σεκ μαζί τους γεύτηκε φρούτα του δάσους. Κατόπιν ήταν ώρα για όλη τη παρέα να ξεκουραστεί. Η αγελάδα έτριψε το κεφάλι της στα χέρια του Σεκ. Ήθελε να τη χαιδέψει ο Σεκ. Στα μάτια της αγελάδας ο Σεκ πήρε το μήνυμα της ευχαρίστησης, καθώς και ότι για τα ζώα το ταξίδι τελείωνε σε αυτό το ευλογημένο μέρος.

Για τον Σεκ άρχισε ένας ήσυχος ευχάριστος ύπνος. Κάπου από μακριά ακουγόταν ο ήχος του νερού από μία πηγή. Ο Σεκ, ονειρεύτηκε ότι ήταν σε αυτή τη πηγή και δοκίμαζε το γάργαρο νερό. Εκεί αντιλήφθηκε μία παρουσία δίπλα από τη πηγή. Ήταν μία πανέμορφη γυναίκα, μέσης ηλικίας, με άσπρο δέρμα, μακρυά μαύρα μαλλιά με μπούκλες που φορούσε ένα αρχαίο φόρεμα και χρυσά κοσμήματα που εικόνιζαν φίδια. Με μία ξεχωριστή χρυσή αλυσίδα που χανόταν στα μαλιά της, κρεμόταν, στο μέτωπό της ένα μικρό ιώδες πετράδι από αμέθυστο.

 Ο Σεκ είχε μία παράξενη οικειότητα για αυτή τη γυναίκα. Σαν να τη γνώριζε ήδη, από κάπου, κάποτε. Αυτή είπε με γλυκιά φωνή:

...
«Γειά σου Σεκ. Είμαι η Μητέρα. Καλωσήρθες σε αυτό το μέρος που λέγεται Γέναα. Μη φοβηθείς τους ανθρώπους μου, επικαλέσου το όνομά μου αύριο, και θα έχεις τη προστασία μου. Ήρθες εδώ για να μοιράσεις το Φως. Πες με λόγια στους ανθρώπους αυτό που θέλει το Φως!»

Το κόσμημα στο μέτωπο της Μητέρας άρχισε να λάμπει τόσο που γέμισε με φως η εικόνα. Το όραμα ξεθώριασε και ο Σεκ βρέθηκε να βυθίζεται μέσα σε αυτό το ιώδες του αμέθυστου και στο χρυσό των κοσμημάτων της μητέρας. Τα πάντα στροβιλίζονταν και από κάπου απόμακρα σχηματίζονταν μορφές ανθρώπων από γνωστούς και άγνωστους πολιτισμούς. Μέχρι που το Φως κατάπιε τα πάντα και ο Σεκ αισθάνθηκε την άφατη ευτυχία να βρίσκεται μέσα στο Φως και κόσμοι να δημιουργούνται, λες και το Φως ήταν η κοσμική μήτρα που γεννούσε τη πραγματικότητα…


...



Ο Σεκ ξύπνησε βίαια καθώς πέσανε πολλά χέρια πάνω του, τον γυρίσανε μπρούμητα και του δέσανε τα χέρια.

Μια άγρια φωνή είπε:
-«Ας τον σκοτώσουμε κατευθείαν τον εισβολέα! Δεν είναι ένας από εμάς! Πρέπει να πεθάνει, σύμφωνα με το Νόμο!»

Μία πιο ήρεμη απάντησε:
-«Θα ήταν δολοφονία κάτι τέτοιο. Δεν έχουμε αρμοδιότητα εμείς να αποδίδουμε το Νόμο, αλλά το Συμβούλιο.»

Η άγρια φωνή είπε:
-«Ουφ, χαμένος χρόνος. Η υπόθεση είναι ξεκάθαρη! Αλλά αφού επιμένεις, ας τον πάμε στο Συμβούλιο!»

Χέρια σήκωσαν τον Σεκ όρθιο. Άντρες ψηλοί, με παράξενα ρούχα και οπλισμό, τον έβαλαν ανάμεσά τους και ξεκίνησαν για το κέντρο της κοιλάδας.

Μόλις χάραζε και από κάπου ακουγόντουσαν τα χαρούμενα κελαηδίσματα των μικρών πουλιών. Από κάπου μακριά ακουγόταν όμως και ένα νυχτοπούλι με μία πένθιμη, του θανάτου προμήνυμα, κραυγή…   




Η εικόνα προέρχεται από http://tornosnature.blogspot.gr/

1 σχόλιο: