Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Αντίο φυλακή





Ήταν κάποτε κάποιοι φυλακισμένοι σε μία φυλακή. Ήταν σκοτεινό και τρισάθλιο αυτό το μέρος. Όλοι οι φυλακισμένοι ήταν δυστυχισμένοι, αλλά ήταν για τόσο πολύ καιρό στη φυλακή που είχαν ξεχάσει πως είναι να ζει κάποιος ελεύθερος, έξω στο φως. Είχαν βαθμίδες οι φυλακισμένοι, άλλοι ήταν σε πιο προνομιούχα κελιά, τους λέγανε «πλούσιους» άλλοι σε πιο μικρά και σκοτεινά, που τους λέγανε «φτωχούς». Οι φυλακισμένοι ήταν υποχρεωμένοι να «δουλεύουν» δηλαδή να απασχολούνται σε άχρηστα πράγματα, ώστε να φαίνεται ότι η φυλακή είναι τακτοποιημένη και ότι όλα είναι εντάξει.

Κάποια στιγμή, ήρθε ο καιρός αυτή τη φυλακή να μην επιτρέπει ο Θεός πια να υπάρχει. Έστειλε τους Αγγέλους του και κάλεσε πολλούς πολλούς ανθρώπους από όλο το Γαλαξία και από άλλους Γαλαξίες να βοηθήσουν τους φυλακισμένους ανθρώπους να βγούνε από τη φυλακή. Γιατί αυτή η φυλακή ήταν πολύ μεγάλη, ήταν ολόκληρος πλανήτης. Και οι κακόμοιροι οι φυλακισμένοι δεν μπορούσανε να δουν τους αγγέλους και τους άλλους ανθρώπους που ήρθαν να τους βοηθήσουνε γιατί η φυλακή ήταν και στο μυαλό τους. Με τέτοιο τρόπο ώστε τα σίδερα της φυλακής να φαίνονται απλά καθημερινά πράγματα.

Ένας φυλακισμένος, κάπου στα μεσαία κελιά, τον τελευταίο καιρό ένιωθε κάπως διαφορετικά. Μέσα του ένιωθε μια παρουσία, σε αυτή τη παράξενη παρουσία μπορούσε να μιλάει και αυτή του απαντούσε. Όταν την αισθανόταν καταλάβαινε ότι αυτή η παρουσία είχε μία σχέση με το φως, και ένιωθε μία μακαριότητα, μία πληρότητα και ένα συναίσθημα παράξενης αγάπης να τον πλημμυρίζει. Σε εκείνες τις στιγμές, κάπου χανόταν ο φόβος και το σκοτάδι της αβύσσου που βρισκόταν.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο φυλακισμένος τη παρουσία. - «Εσύ είσαι εγώ και εγώ είμαι εσύ. Απλά ζούμε σε διαφορετικούς κόσμους, που υπάρχουν όμως ταυτόχρονα και στο ίδιο μέρος. Ας πούμε ότι διαφέρουν μόνο στη συχνότητα που πάλλεται το φως. Λέγε με Άγγελο». -«Άγγελε, υπάρχεις πραγματικά, ή είσαι ένα ον της φαντασίας μου;» - «Φυλακισμένε μου εαυτέ, υπάρχω πραγματικά, αλλά είμαι και ένα ον της φαντασίας σου ταυτόχρονα. Για να είμαι ακόμα πιο ακριβής, εσύ συνδέεσαι μαζί μου τώρα, γιατί, φεύγεις από τη φυλακή και έρχεσαι στο κόσμο μου της ελευθερίας και του φωτός.»

«Άγγελε, ο κόσμος μας γκρεμίζεται, δεν ξέρω αν έχω αύριο και ώρες ώρες αισθάνομαι τόσο αδύναμος και ανίκανος να κάνω οτιδήποτε.» - «Φίλε μου, αυτός ο κόσμος σας που γκρεμίζεται είναι μόνο η φυλακή σας, μέχρι τώρα ποτέ δεν είχες αύριο, ένας σκλάβος ήσουν μόνο που δεν μπορούσε τίποτα να κάνει, αλλά τώρα βρίσκεσαι σε ένα ταξίδι, σαν να είσαι μέσα σε ένα αεροπλάνο που απογειώνεται και ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Εσύ αισθάνεσαι κουρασμένος και είναι απολύτως φυσιολογικό, μην ψάχνεις για φάρμακα μην ψάχνεις για βιταμίνες, είναι γιατί βρίσκεσαι στο αεροπλάνο που παίρνει ύψος.

Αυτοί που σας κρατούσαν φυλακισμένους, δεν έχουν πλέον αυτή τη δυνατότητα. Τους έχει αφαιρεθεί η εξουσία πια, δοκίμασαν να κάνουν τα πάντα, τα πιο σκοτεινά τους σχέδια, αλλά όσο περισσότερο τους καταλαβαίνετε, τόσο λιγότερο μπορούν πλέον να σας ξεγελάνε. Δεν είναι ξέρεις παντοδύναμοι. Είναι κάτι λιγότερο από φοβισμένα ανθρωπάκια πια που απομένει μόνο η παράδοσή τους. Και εσείς προχωράτε συνεχώς, διαμορφώνετε την επόμενη μέρα. Έχετε καταλάβει πια τα ψεύδη τους και έχουν πέσει οι μάσκες. Γνωρίζετε πια ότι οι  λεγόμενοι δανειστές σας είναι οι επίδοξοι ληστές σας, οι πολιτικοί σας οι δεσμοφύλακες σας, η φορολογία σας δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο από την υποδούλωσή σας, όπως και η εκπαίδευση και η δουλειά σας.

Αυτό που εσείς πασχίζετε με κάθε τρόπο να αποκτήσετε, αυτό που λέτε χρήμα και εξουσία, από τη δική μου οπτική γωνία φαίνεται σαν ένα κομμάτι μουχλιασμένο τυρί. Και το παράλογο είναι ότι ενώ η φυλακή πια είναι ανοικτή, αντί να δραπετεύσετε σε ένα κόσμο έξω που ένα μουχλιασμένο τυρί το βρίσκετε στα σκουπίδια και δεν έχει αξία, και υπάρχουν πολλά άλλα υπέροχα πράγματα, αρκετοί προτιμάνε να μένουν στη φυλακή και να ψάχνουν αυτό το  μουχλιασμένο κομμάτι ακόμα.»

-«Μα τότε, αυτό που εμείς λέμε βάσανο και αβεβαιότητα…» -«Εμείς το λέμε σκούντημα αυτών που μπορούν σαν πουλιά να ανοίξουν τις φτερούγες τους ….» - «Άγγελε, αυτό που κάνεις δεν είναι σωστό. Θα ήταν πολύ καλύτερο να δώσεις σε όλο τον κόσμο χρήμα άφθονο. Έτσι θα σταματούσε η μιζέρια, η φτώχεια και η έγνοια τόσων ανθρώπων.» - «Φοβάμαι φίλε μου ότι στις τσέπες μου δεν υπάρχει ούτε σέντ… ή μάλλον ακριβέστερα δεν έχω καν τσέπες….» -«Άγγελε άστα αυτά, και υλοποίησε μας ότι χρειαζόμαστε, ξέρω ότι μπορείς!»

«Φίλε μου. Μόνο εσύ είσαι αυτός που θα αποφασίσεις να βγεις από τη φυλακή σου, και εγώ θα σεβαστώ αυτή σου την επιλογή. Σκέψου όμως κάτι. Τόσο καιρό που είχες περισσότερα λεφτά ήσουν και ευτυχισμένος; Και πες πως το έκανα αυτό που μου ζητάς (δηλαδή αν μπορούσα) μήπως το πρώτο πράγμα που θα έχανες, θα ήταν η επαφή σου μαζί μου;»

-«Τι είναι αυτό που πρέπει να κάνω Άγγελε, θέλω να βγω από τη φυλακή. Μήπως πρέπει να κάνουμε καμμία επανάσταση, να φωνάζουμε στους δρόμους, να δέρνουμε τους κακούς;» - «Μπα, αυτά είναι πια μπανάλ, ο δικός μου τρόπος είναι πιο ξεκούραστος. Είσαι ήδη μέσα στο αεροπλάνο. Τέντωσε τεμπέλικα τα χέρια σου και απόλαυσε τη διαδρομή. Νιώθε συνεχώς τη παρουσία μου μέσα σου, έχεις έτσι την ευτυχία και σιγά σιγά και όλα τα υπόλοιπα, δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα άλλο. Οτιδήποτε σου προκαλεί σκοτούρες παράτα το. Πες απλά: Αντίο φυλακή».

-«Άγγελε, μήπως είσαι τρελός;» -«Μπορεί, σίγουρα όμως στο κόσμο μου δεν έχει τρελοκομεία, και είναι πολλοί σαν εμένα».      

1 σχόλιο:

  1. Τι να κάνουμε...θα τεντώσουμε τεμπέλικα τα χέρια μας και θα απολαύσουμε την διαδρομή τις επόμενες 7 μπορεί και 8 μέρες μέχρι την επόμενη ανάρτηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή